5/11/2014

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Η ιεραποστολή συνιστά ένα βασικό κεφάλαιο της χριστιανικής θεολογίας, αν και ασφαλώς αντιμετωπίζεται και ερμηνεύεται διαφορετικά σε καθεμία από τις Χριστιανικές Ομολογίες, δηλαδή από την Ορθοδοξία, τον Ρωμαιοκαθολικισμό και τον Προτεσταντισμό. Αυτές οι διαφορές σχετίζονται άμεσα με το δογματικό και εκκλησιολογικό υπόβαθρο της κάθε Εκκλησίας, με την ιστορία της ιεραποστολής κατά την διάρκεια των τελευταίων δύο χιλιετιών και με το πώς αντιμετωπίζονται εδώ και σχεδόν εκατό χρόνια από την επιστήμη της ιεραποστολής τα σχετικά της ζητήματα. Η επιστήμη της ιεραποστολής είναι το ιδρυματικό κατώφλι της θεολογίας της ιεραποστολής. Δηλαδή όπως υπογράμμιζε ο Ηλίας Βουλγαράκης, στα τέλη της δεκαετίας του 60’, «η επιστήμη της ιεραποστολής ως κλάδος της Θεολογίας είναι σχετικώς νέος σχεδόν έναν αιώνα, αλλά η καθοιονδήποτε τρόπο θεωρητική ενασχόληση με τα θέματα της ιεραποστολής ανάγεται ήδη στις απαρχές της ίδρυσης της Εκκλησίας. Αυτό αποδεικνύεται φανερότατα με έμμεσο τρόπο στα Ευαγγέλια και με άμεσο τρόπο στις Πράξεις των Αποστόλων και τις Επιστολές, στις οποίες η ενασχόληση πρακτικώς και θεωρητικώς με διάφορα θέματα όπως το κήρυγμα προς τα έθνη, ο τρόπος αποδοχής των εκ εθνών Χριστιανών, την έννοια του νόμου και της πίστεως, το περιεχόμενο της λέξεως «απόστολος», μεταξύ άλλων καθίστανται ως βασικά ζητήματα της εποχής εκείνης».[2] 
Εντούτοις θα μπορούσε να πει κανείς –είναι ακριβώς μία από τις βασικές θέσεις της σημαντικής έρευνας στο πεδίο της θεολογίας της ιεραποστολής, του Νοτιοαφρικανού David Bosch, για τα ιεραποστολικά παραδείγματα της χριστιανικής ιεραποστολής[3]- ότι η Καινή Διαθήκη αποτελεί ένα κατεξοχήν «ιεραποστολικό ντοκούμεντο». Με την προοπτική ότι όλα τα ιεραποστολικά παραδείγματα που έχουν πραγματοποιηθεί και διαδεχθεί στην μακραίωνη ιστορία του Χριστιανισμού αντλούν από την καινοδιαθηκική πηγή. Και επίσης με επαρκή τεκμηρίωση θα έλεγε κανείς ότι η Καινή Διαθήκη είναι εξίσου ένα κατεξοχήν ποιμαντικό κείμενο. Εκεί που εμφανίζεται ο Ιησούς Χριστός ως «Μέγας Ιεραπόστολος» εμφανίζεται και ως ο Καλός Ποιμήν.
Η αδιαμφισβήτητη αφετηρία της ιεραποστολής την βρίσκουμε στην Καινή Διαθήκη -και κατ’ επέκταση στην όλη την Αγία Γραφή από τη Γένεση- στο πρόσωπο του ίδιου του Χριστού, αλλά μόνο θα μπορούσαμε να δούμε το (ιερ)αποστολικό του «αξίωμα» σε ένα συνολικό πλαίσιο, ειδικά της χριστολογίας, της εκκλησιολογίας και της τριαδολογίας, για να μιλήσουμε καθαρά για μία θεολογία της ιεραποστολής. Να διατυπώσει κανείς ότι ο Ιησούς Χριστός υπήρξε ο Πρωτο-Απόστολος δεν διευκρινίζει εν πολλοίς το ζήτημα της ιεραποστολής σε μία ορθόδοξη θεολογική προοπτική, όμως ξεκαθαρίζει εξαρχής ότι η ιεραποστολή προϋποθέτει την θεία πρωτοβουλία και δεν είναι ανθρώπινη υπόθεση. Αναμφίβολα, ο ίδιος ο Χριστός έδρασε «ιεραποστολικά», και κατά την Αγία Γραφή είναι αδύνατον να μάθουμε το καθετί και κατά πόσον που συνίστατο τέτοια δράση, αλλά αυτό που έχει σημασία για την μελέτη της ιεραποστολής είναι τις διακριτές σχέσεις ανάμεσα στην αποκεκαλυμμένη εντός ημών αλήθεια του Εξανθρωπίσαντος Λόγου και τα υπόλοιπα γεγονότα που συντελούν το έργο της σωτηρίας: επομένως και το έργο της ιεραποστολής. Και πάντως την ιδέα ότι για την ορθόδοξη θεολογία «ο Χριστός είναι η «απαρχή» αυτού του κόσμου, και η «αρχή» μίας νέας κατανόησης του ανθρώπου και της κοινωνίας, αλλά και της ενότητας της ανθρωπότητας στο Πρόσωπό του».[4] Η ιδέα αυτή έχει βαθιές συνεπαγωγές στον τρόπο που πρέπει να αντιλαμβανόμαστε την ιεραποστολή ως μία διαρκής εκκλησιαστική και εκκλησιολογική κατάσταση που ενεργείται μέσα σε ποικίλες σχέσεις και προσλαμβάνει τα όντα και τα πρόσωπα που συμμετέχουν στις σχέσεις αυτές με τελικό προσανατολισμό τη Βασιλεία του Θεού και την ένωση με το Θεό.
Τα βασικά ζητήματα περί ιεραποστολής όπως σήμερα σε παγκόσμια κλίμακα, και ειδικά στην Ορθόδοξη θεολογία, είναι αποτέλεσμα διαφόρων παραγόντων θεολογικού και κοινωνικού χαρακτήρα. Η οποιαδήποτε σοβαρή συζήτηση η προβληματοποίηση της ιεραποστολής δεν εμμένει μόνον στην οριστικοποίηση των ορίων της ιεραποστολικής δραστηριότητας όποιας και να είναι αυτή, ούτε των ορίων της Εκκλησίας.  Ωστόσο, είναι και μία από τις κεντρικές διερωτήσεις που μετράει τις εντάσεις ως προς το εν προκειμένω ζήτημα. Θεωρούμε ότι δεν υπάρχει δυνατότητα μίας σωστής κατανόησης της ιεραποστολής αν δεν λαμβάνουμε υπόψη μας το σύνολο της Εκκλησίας ως Μυστήριο αλλά και την οικουμένη στην ολότητά της. Και επειδή ο «χώρος της ιεραποστολής» προσδιορίζεται εν σχέση με την Εκκλησία, είναι αναγκαίο και να κοιτάξουμε τις διάφορες διαστάσεις που καθιστούν πολύπλοκη την έννοια της ιεραποστολής.
Τα σημαντικότερα θεολογικά ζητήματα, ειδικά όσον αφορά στη χριστολογία, την εκκλησιολογία, την τριαδολογία και τη χριστιανική ανθρωπολογία, δεν μπορούν να απουσιάζουν στη θεολογία της ιεραποστολής. Η ιεραποστολή ενόψει της θεμελίωσής της πρέπει να  Συνήθως, οι εννοιολογικές ενστάσεις έχουν βρει στην θεολογία της ιεραποστολής ένα πεδίο δοκιμασίας (πολλές φορές μεταβαλλόμενο σε πεδίο «ιδεολογικής» διαμάχης) όχι της δογματικής πίστεως, αλλά προς τα πού πρέπει να κατευθυνθεί αυτή η πίστη.
Οι ιστορικές έρευνες για την ορθόδοξη ιεραποστολή έχουν καταδείξει τη μεγάλη ιεραποστολική εμπειρία της Εκκλησίας, από τις οποίες εκπηγάζουν και διδάγματα για τις μεθόδους και τους εν γένει τρόπους άσκησης ιεραποστολής. Όμως, όλες οι ιστορικές εμπειρίες της χριστιανική ιεραποστολής (θα έλεγε κανείς τα ιεραποστολικά μοντέλα του παρελθόντος) δεν έγιναν με τους κατάλληλους τρόπους, και έχουν αποθέσει και κοινωνικά και ιστορικά βάρη που φορτώνουν ιδεολογικά την έννοια της ιεραποστολής.
Οι γεωγραφικές συντεταγμένες της ιεραποστολής σήμερα χαράζουν άλλο κόσμο, ίσως πιο ανθρώπινο και ταυτοχρόνως πιο πολύπλοκο από οποιονδήποτε άλλο γνωστικό χάρτη των σύγχρονων κοινωνιών.
Το πολιτισμικό στοιχείο γίνεται όλο και περισσότερο συνιστώσα του ιεραποστολικού ζητήματος και μία επικρατούσα πραγματικότητα που δεν μπορεί να αγνοηθεί από κανέναν που σοβαρά ασχολείται με αυτό το ζήτημα. Και δεν υπάρχει περίπτωση να αγνοηθεί, για τους ίδιους λόγους που δεν θα παραβλέψαμε τις πολιτισμικές διαστάσεις και τα εν γένει κοινωνικά στοιχεία, ούτε τις πολιτικές διαστάσεις που ανοίγονται ως προς το θέμα της ιεραποστολής.
Διασταυρωμένα όλα τα ζητήματα αυτά συναποτελούν την σημερινή προβληματική για τη θεολογία της ιεραποστολής. Η έννοια της ιεραποστολής σήμερα ξεπερνά με κάθε τρόπο μία απλή επιταγή του το πώς πρέπει ο σημερινός Χριστιανός να δώσει μαρτυρία στον κόσμο που ζει ή του πώς πρέπει ο άνθρωπος που δεν γνωρίζει την Αλήθεια του Χριστού να μάθει ότι ο Θεός είναι ο Δημιουργός και ο Σωτήρας του και της όλης ανθρωπότητας. Ξεπερνά με οποιονδήποτε τρόπο την απλώς εξόδου της Εκκλησίας προς τον κόσμο ή την είσοδο του ανθρώπου στην Εκκλησία. Δεν είναι θέμα του ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει. Δεν είναι μία «διαλεκτική» διαδικασία εξόδου-εισόδου, ούτε ανεβάσματος-κατεβάσματος. Κατ’ αρχήν η Εκκλησία, όπως την γνωρίζουμε σήμερα, δεν «είναι» ακριβώς την πρωτοχριστιανική εκκλησιαστική κοινότητα ιδρυθείσα την ημέρα της Πεντηκοστής. Εκείνοι οι Χριστιανοί βρίσκονταν άμεσα αντιμέτωποι, μέσα στη χρονική γραμμή της Ιστορίας της Σωτηρίας στο μεγαλείο της Ανάστασης-Ανάληψης του Κυρίου, αλλά δεν περάσανε από τις περεταίρω ιλιγγιώδεις εγκόσμιες δυσκολίες και τις περίπλοκες ιστορικές καταστάσεις με τις οποίες η Εκκλησία έμαθε να διατηρήσει την Αλήθεια του Χριστού. Εμείς οι Χριστιανοί Ορθόδοξη του 20ου και του 21ου αιώνα, έχουμε τον Χριστό στην καρδιά μας, και έχουμε τα πολλαπλά μαρτυρικά παραδείγματα των πρώτων Χριστιανών αυτών, των Αποστόλων, των Αγίων Μαρτύρων, των Μεγάλων Ιεραπόστολων, των Θεοφώρων Πατερών και η σημερινή στρατευόμενη Εκκλησία δεν έχει παύσει να πιστεύει και να ζει την Εκκλησία ως το Ζώντα Σώμα του Χριστού σε κάθε ευχαριστιακή σύναξη. 
Δεν υπάρχει απορία πώς έχει αλλάξει η ορατή πραγματικότητα της Εκκλησίας στην ιστορική της πορεία, υπάρχει όμως πολλά ζητούμενα: ο χρόνος της Εκκλησίας κατευθύνεται προς το μέλλον αδιάκοπα μέχρι στιγμής της Δεύτερης Έλευσης του Κυρίου. Τα ζητούμενα αυτά, όμως, δεν μπορούν να επιλύονται αν δεν βλέπουμε ταυτοχρόνως προς το ζωντανό παρελθόν που κρυσταλλώνω στην Ιερά Παράδοση. Η ιεραποστολή είναι σε αυτή την προοπτική ένα κατεξοχήν θεολογικό ζητούμενο που μας «αναγκάζει» να δούμε το μέλλον της Εκκλησίας. Για αυτό το λόγο τα ζητήματά της σε όλα τα επίπεδα είναι επίκαιρα και αξίζει τον κόπο να τα σκεφτούμε και να τα δούμε όσο δυνατόν καθαρότερα.
Το όγκος των ζητημάτων αυτών σε μεγάλο βαθμό δεν είναι θέμα διανοητικής επεξεργασίας υπέρ μίας γνήσιας θεολογίας της ορθόδοξης ιεραποστολής γιατί έτσι θα αποδειχθεί πιο «αυθεντική» η Ορθόδοξη Παράδοση, αλλά έχει την εκκλησιαστική βαρύτητα της ορθόδοξης εμπειρίας, το δογματικό βάρος που ασφαλώς κατά την Ιερά Παράδοση δίνεται σε βασικές έννοιες όπως η Αγία Τριάδος, η Σάρκωση, η Ανάσταση, η Εκκλησία, ο κόσμος, η ανθρώπινη ύπαρξη, η αγάπη, και άλλες έννοιες που εξίσου είναι σημαντικές για κάθε θεώρηση της ιεραποστολής.
«Θέλω καταρχάς να καταγράψω μια οχληρή και τραγική διαπίστωση, ότι παρά τις φιλότιμες προσπάθειές μας να είμαστε σωστοί ως χριστιανοί και πιστοί στην αποστολή μας, η ίδια η πραγματικότητα μας διαψεύδει. Και ενώ έχουν υπάρξει πολύ σημαντικά βήματα προόδου στο πλαίσιο μιας ιεραποστολικής θεολογίας σε οικουμενικό επίπεδο, μια ματιά στη γύρω μας πραγματικότητα θα έπρεπε να μας γεννήσει ερωτήματα. Υπάρχουν άραγε δομικά λάθη στον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε; Οικοδομούμε τυχόν υπέροχες θεωρίες, ασύνδετες όμως με την πράξη; Μήπως αποφεύγουμε ακριβώς την ορθοπραξία, κρυβόμενοι πίσω από πολιτικά και θεολογικά ορθές θεωρίες; Μήπως, παρά τις καλές προθέσεις μας, δεν είμαστε επί της ουσίας διαλογικοί και δεν διαλεγόμαστε με τη σύγχρονη πραγματικότητα, αλλά είμαστε πολύ επιλεκτικοί κι ας θεωρούμε ότι είμαστε ανοιχτοί. Μήπως δεν μοιραζόμαστε; Μήπως τυχόν μας αρέσει να αναπαυόμαστε στην οικεία ασφάλεια, να περιεργαζόμαστε ξένες ιδέες ως τουρίστες, να τις ενσωματώνουμε ως καταναλωτές, να διακοσμούμε με αυτές –τις καλύτερες από αυτές– τον γύρω μας χώρο και τον κόσμο των ιδεών μας; Μήπως μας αρέσει να επικοινωνούμε, κάτι που είναι ασφαλώς χαριτωμένο ιδίως όταν γίνεται ανώδυνα, αλλά δυσκολευόμαστε να δώσουμε μαρτυρία, να σταυρωθούμε. Μήπως η ιεραποστολή από μια διαδικασία εξόδου από τον εαυτό γίνεται και πάλι μια εγωτική διαδικασία;».[5]
Το θέμα της ιεραποστολής στο πλαίσιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας και το πώς έχει διαπραγματευτεί τα σχετικά της ζητήματα που αντλούν από την σύγχρονη ελληνική θεολογία έχουν σημασία για το πώς βλέπει η Εκκλησία τον εαυτό της μέσα στην Ιστορία αλλά και για το πώς κατανοείται το ευαγγελικό μήνυμα του Χριστού και η κεντρική της πρόταση ζωής στον κόσμο. Εντούτοις, μία θεολογική θεώρηση της ορθόδοξης ιεραποστολής, δηλαδή, μία θεολογία της ιεραποστολής ως καρπός ολόκληρης της ύπαρξης της Εκκλησίας[6], ασφαλώς είναι ικανή να «καταγράφει» την ζωντάνια της εκκλησιολογικής αυτοσυνειδησίας και της εκκλησιαστικής ζωής (διά των ενεργειών της) αλλά και το όραμά της.[7] Αυτή η «καταγραφή» της ενεργούμενης ιεραποστολικής πράξεως, δεν μπορεί να αποδεικνύεται παρά μόνο στο πλαίσιο μίας ιστορικής αυτοσυνειδησίας της ιεραποστολής, σε έναν διάλογο με τις καταβολές του παρελθόντος της, τις πραγματικές εκφάνσεις του παρόντος της και τις προοπτικές του μέλλοντός της.
Δεν υπάρχει σοβαρή ερώτηση περί ιεραποστολής που δεν θα ενέχει ταυτοχρόνως μία σοβαρή ερώτηση για τον (προ)ορισμό και τον προσανατολισμό της Εκκλησίας. Για αυτό και κάθε ιεραποστολική θεώρηση πρέπει να αναζητηθεί στο πλαίσιο της ιστορίας, λαμβάνοντας υπόψη τις καταβολές του παρελθόντος αλλά και τις δικές της προοπτικές προς το μέλλον. Η ιεραποστολή, ως γεγονός υπαρξιακού χαρακτήρα για την εκκλησιαστική ζωή, βρίσκεται και πραγματοποιείται πάντα στο σταυροδρόμι παρελθόντος και μέλλοντος. Με άλλα λόγια, η διαλεκτική της «ιστορικής εξέλιξης» της ιεραποστολής πραγματοποιείται διαχρονικά ανάμεσα στη ζωντάνια της παράδοσής της και το όραμα που ενστερνίζεται στον ορίζοντα μίας ζωντανής και αληθινής ελπίδας. Αυτή η ζωντάνια, η ικανότητα της ενεργοποίησης της παράδοσης στο κάθε παρόν, συνίσταται στην ίδια την πηγή του οράματος της ιεραποστολής. Η Ιερά Παράδοση, δοσμένη, διαδεδομένη διά της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, είναι ταυτοχρόνως η αυθεντική πηγή της εμπειρίας και της ελπίδας για την πορεία του ανθρώπου μέσα στην Ιστορία από καταβολής του κόσμου έως εσχάτου της γης.
Η ιεραποστολική πράξη[8] συνιστά αναπόσπαστη και σημαντική πράξη της Ορθόδοξης Εκκλησίας, με αφετηρία την ίδρυσή της μαζί με το πρωτοφανή ιεραποστολικό έργο του Αποστόλου Παύλου –αλλά και των άλλων Αποστόλων- και τον ιεραποστολικό του ζήλο. Ο ιεραποστολικός ζήλος αυτός δεν απορρέει από μία θρησκευτική πεποίθηση με σκοπό να εμβολιάζει την χριστιανική πίστη στην οικουμένη όλη, αλλά αποτελεί πνευματικός καρπός της χάρης του Αγίου Πνεύματος. Πρόκειται για την χαρισματική διάθεση που ωθεί σε κάθε ιεραπόστολος στο να προσεγγίσει τους άλλους που δεν γνωρίζουν ακόμα τον Θεό ή τον παραγνωρίζουν και να τους παροτρύνει διά της αγάπης προς αυτούς και αρχικώς προς τον Θεό στην αλήθεια του Χριστού.
Μια προσέγγιση στην ιεραποστολική δράση της Ορθοδόξου Εκκλησίας που πρέπει να λαμβάνει υπόψη την πρωταρχική αυτή ιστορική της αφετηρία, την πρώτη εποχή του Χριστιανισμού και ειδικά τις πασίγνωστες περιοδείες του Αποστόλου των Εθνών, ταυτόχρονα δεν μπορεί όμως να παραμερίσει τις δράσεις όλης της πρωτοχριστιανικής κοινότητος και τη συνέχειά της στην μακραίωνη πορεία της ίδιας της Εκκλησίας μέχρι σήμερα. 
Αυτή η χρονολογική αφετηρία του ιεραποστολικού έργου της Εκκλησίας  καταγεγραμμένη στις καινοδιαθηκικές μαρτυρίες του ίδιου του Χριστού και των Μαθητών Του, αναγνωρίζεται περίτρανα τόσο στα πατερικά κείμενα όσο στο σύνολο της Ιεράς Παραδόσεως. Στον 20ό αιώνα και στο πλαίσιο της σύγχρονης ορθόδοξης θεολογίας (προπαντός από τον δεύτερο μισό του 20ου αιώνα μέχρι σήμερα) η ιεραποστολή έχει γίνει ένα συνεχές αντικείμενο μελέτης, όπως φαίνεται στην σχετική βιβλιογραφία που αναφέρεται στην ιεραποστολική δραστηριότητα της Εκκλησίας τα τελευταία εξήντα χρόνια. Καθώς και η συμβολή της στην εξάπλωση της Εκκλησίας σε όλο τον κόσμο, αλλά και στην θεωρητική και μεθοδολογική ανάπτυξη της ορθόδοξης ιεραποστολής.
Εντούτοις, θα μπορούσε να πει κανείς, δίχως αμφιβολία, ότι η ιεραποστολή είναι από τα πιο σημαντικά ζητήματα της σύγχρονης ορθόδοξης θεολογίας, η οποία ως βασικό κεφάλαιο της Εκκλησίας συνδέεται άρρηκτα με την παράδοση των Αγίων Πατέρων σε πολλά σημεία τόσο θεωρητικά αλλά και σε πρακτικό επίπεδο. Από την αγιογραφική, πατερική και μαρτυρική παράδοση αντλούν τις πρωτοποριακές διδασκαλίες και τα συναρπαστικά διδάγματα της σημερινής ορθόδοξης ιεραποστολής. Είναι από τα σημαντικότερα ζητήματα της σημερινής Εκκλησίας διότι αυτή εξελίσσεται μέσα στις πολλαπλές δυσκολίες και κοινωνικές προβληματικές που αναδύονται στις σημερινές κοινωνίες, και συνεχίζει να είναι το ιεραποστολικό της έργο πρωτεύουσα μέριμνα της εκκλησιαστικής και θεολογικής προσπάθειάς της, όσον αφορά την μαρτυρία του Χριστού σε όλη την οικουμένη. Και αυτή η συνέχεια έχει ως αδιαμφισβήτητη αφετηρία τον Χριστό, κεφαλή της Εκκλησίας.[9]
Αναμφίβολα, συνιστά ένα σημαντικό ζήτημα πως η ιεραποστολή δεν αποδεσμεύεται από τις καταβολές της εκκλησιαστικής παράδοσης και ταυτόχρονα αναλαμβάνει τα μεγέθη των προβλημάτων και υποθέσεων τα οποία υφίστανται στην εκάστοτε εποχή, επειδή τέτοια συνέχεια πρέπει να την κρατάει η Ορθόδοξη Εκκλησία στο πλαίσιο μίας συγκεκριμένης και «ιδιαίτερης» παράδοσης και, τέτοια προσπάθεια να την αναπτύσσει στο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο της κάθε εποχής. Πρόκειται για την μεγάλη διαλεκτική πρόκληση της Εκκλησίας στη σχέση της με τον κόσμο, και έτσι προβάλλεται η ιεραποστολή περισσότερο ως ζητούμενο παρά ως δεδομένο. Αυτό δεν μπορεί, όμως να παρεξηγηθεί ώστε να εξαλειφθούν τα κοιτάσματα και τα θαύματα της Ιεράς Παράδοσης και να εμφανιστεί η ιεραποστολή ως ένα ζήτημα δίχως ιστορία, δίχως παρελθόν, και εν ψυχρώ . Άλλωστε αυτό είναι κάτι αδύνατον να συλληφθεί, εκτός αν σκεφτεί κανείς ότι η ιεραποστολή είναι καρπός της επιστημονικής φαντασίας ή μία εγκόσμιας εξιδανικευμένης ουτοπίας. Η ιεραποστολή όμως, είναι μία μακραίωνη και αδιάλειπτη ιστορική πορεία, στην οποία αυτό που ασφαλώς ισχύει, με τεκμήρια, αίμα και αλλά ενσαρκωμένα αγαθά, είναι το παρελθόν.
Ο Ηλίας Βουλγαράκης σχετικά με την ιστορική αρχή της ιεραποστολικής δράσης της Εκκλησίας γράφει το εξής:
«Στα πρώτα χρόνια της ζωής της Εκκλησίας το βάρος της ιεραποστολής έπεσε στους Αποστόλους, μαθητές του Κυρίου. Σε αυτούς σύντομα προστέθηκε ο απόστολος Παύλος, που η παρουσία του έδωσε νέα και αποφασιστική ώθηση στη διάδοση της νέας πίστεως. Ο Χριστιανισμός, ξεκινώντας από τα Ιεροσόλυμα, σχημάτισε ένα τεράστιο τόξο που η άλλη του άκρη έφτανε στη Δύση. (...) Ωστόσο, με το κλείσιμο του πρώτου αιώνα, πληροφορούμεθα από τα κείμενα εκείνης της εποχής για την ύπαρξη ζωντανών χριστιανικών κοινοτήτων σε πολλές άλλες πόλεις της αυτοκρατορίας, από τις όποιες δεν πέρασαν οι Απόστολοι. Αυθόρμητα έρχεται στο νου μας η εικόνα ιεραποστόλων, μαθητών των πρώτων Αποστόλων, που συνέχισαν το έργο τους και διέδωσαν το Χριστιανισμό στις πόλεις αυτές.»[10]
Αυτή η πρωταρχική πορεία της ιεραποστολής είναι αναγνωρίσιμη στην ζωντανή παρουσία της σημερινής Εκκλησίας σε κάθε γωνία του κόσμου, καθώς και στη σημασία και στους ποικίλους προβληματισμούς των θεσμών και σπουδών που μέσα στο εκκλησιαστικό πλαίσιο της Ορθοδοξίας –και των άλλων Χριστιανικών Ομολογιών- ενασχολούνται ή δίνουν έμφαση στην ιεραποστολική διάσταση της Εκκλησίας. Σήμερα η Ελληνορθόδοξη Εκκλησία δείχνει φανερότατα το πραγματολογικό υπόβαθρο της διάστασης αυτής μέσω της θαυμάσιας δραστηριοποίησης σε διάφορα έθνη όλων των ηπείρων, όπου ενεργώς καλλιεργεί ιεραποστολικά κλιμάκια,[11] οικοδομεί ναούς στις νεοσύστατες ιεραποστολικές κοινότητες, χειροτονεί νέους ιερείς (στην εκάστη κοινότητα), διαπαιδαγωγεί στην εν Χριστώ διδασκαλία στους νεόφυτους στην Ορθόδοξη πίστη, και συνεχίζει ποικιλοτρόπως το μεγάλο έργο της ιεραποστολής.
Η συνάντηση και οι ποικίλες διασταυρώσεις μεταξύ διαφόρων πολιτισμών και των θρησκειών σε παγκόσμια κλίμακα είναι ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση στην ιστορία της ανθρωπότητας μέχρι σήμερα. Οι ρεαλιστικές και «ανελέητες» συγκριτικές στατιστικές στην επιφάνεια της εικονικής τηλε-πραγματικότητας αντανακλούν -και κατασκευάζουν- μια όλο και περισσότερη πολύπλοκη πραγματικότητα, που είναι συμπυκνωμένη σε πολλαπλά κοινωνικά αδιέξοδα, αλλά και λιγοστές ελπίδες. Η «ελεύθερη» μετακίνηση εμπορευμάτων, κεφαλαίων και ανθρώπων σε παγκόσμια κλίμακα, περά από τα κατοχυρωμένα παραδοσιακά σύνορα των εθνικών-κρατών που συγκροτήθηκαν κατά την νεωτερικότητα, οι  αυξανόμενες κοινωνικές, πληθυσμιακές και πολιτικές αναταραχές προκαλούμενες από τις δραστικές κλιματικές αλλαγές, πολεμικές συγκρούσεις και οικονομικές κρίσεις είναι γνωστά φαινόμενα που χαρακτηρίζουν τη σημερινή μας εποχή. Υπάρχουν χώρες που σημαντικό μέρος του πληθυσμού τους έχει μετακινηθεί προς άλλες χώρες, οι οποίες έχουν άλλους πολιτισμούς και θρησκείες. Υπάρχουν κοινωνίες ολόκληρες που έχουν εγκλωβιστεί μέσα σε θεοκρατικά καθεστώτα ή πρόσφατα είχαν βγει από την αμείλικτη θρησκευτική απαγόρευση αθεϊστικών καθεστώτων. Όπως αναφέρει ο θεολόγος Θανάσης Παπαθανασίου:
«Στις αρχές του 20ού αιώνα το 80% των Χριστιανών όλου του κόσμου ζούσε στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική. Ήδη, όμως, στα τέλη του αιώνα, το 60% βρισκόταν στην Αφρική, την Ασία και τη Λατινική Αμερική, ενώ μεγάλα τμήματα του δυτικού πληθυσμού (και ιδίως της δυτικής Ευρώπης) περνούσε σε αποχριστιανισμό. Η πλάστιγγα αυτή συνεχίζει να γέρνει κατ’ αυτόν τον τρόπο και στον αιώνα που διανύουμε. Με την οδυνηρή εξαίρεση ιστορικών χριστιανικών κοινοτήτων που συνθλίβονται από το φανατικό Ισλάμ σε σημεία της εγγύς και μέσης Ανατολή, οι εκτός δυτικού κόσμου χριστιανικές παρουσίες εμφανίζουν έναν δυναμισμό, ο οποίος κάνει ορισμένους να υποθέτουν ότι περί το 2025, αν δεν αλλάξει κάτι δραματικά και απρόσμενα, οι ευρωπαίοι Χριστιανοί θα καταλαμβάνουν πια την τρίτη πληθυσμιακή θέση, ενώ η Αφρική και η Λατινική Αμερική θα ανταγωνίζονται για τον τίτλο της χριστιανικότερης (πάντα από πλευράς πληθυσμού) ηπείρου.»[12]
Αυτός ο μετασχηματισμός αποχριστιανισμού της Δύσηςεκχρηστιανισμού της Ανατολής παρουσιάζει μία ενδεικτική κατάσταση της σύγχρονης κοινωνίας, ο οποίος επηρεάζει καταλυτικά τη σημερινή κατάσταση της χριστιανικής πίστεως και της ιεραποστολής, προπαντός στον λεγόμενο Τρίτο Κόσμο, αλλά και επιδεικνύει την παρακμάζουσα κατάσταση της εκκλησιαστικής ζωής στη Γηραιά Ήπειρο.
Θα λέγαμε πως αυτή η κατάσταση είναι και ανταποδοτική έκφανση μίας διαλεκτικής πρόσκλησης- πρόκλησης, την όποια θα αναλύσουμε στο τρίτο κεφάλαιο. Αυτή η διαλεκτική βρίσκει ως μία από τις αιτίες την πνευματική κρίση του πολιτισμικού πρότυπου της Δυτικής Ευρώπης, που δεν ανταποκρίνεται όμως σε μία αποδυνάμωση της χριστιανοσύνης σε παγκόσμια κλίμακα. Κοιτάζοντας, σε γενικές γραμμές, το σημερινό πανόραμα της παγκόσμιας κοινωνίας, μετά από τη αποαποικιοποίηση του Τρίτου Κόσμου στην μεταπολεμική περίοδο, μετά από σχεδόν μισό αιώνα ψυχροπολεμικής γεωπολιτικής που διχοτόμησε τον πλανήτη σε δύο ιδεολογικά στρατόπεδα, μετά από μία σειρά μετανεωτερικών φιλοσοφιών και κοσμοθεωριών βασιζόμενων στην πλήρη καχυποψία και την απόλυτη ανεστιότητα,[13] το φαινόμενο της μεγέθυνσης της ιεραποστολής και της χριστιανικής μαρτυρίας στον Τρίτο Κόσμο, αποτελεί ένα σημαντικό γεγονός που θα χαρακτηρίζει τον παρών αιώνα.
Όντως, αυτός ο μετασχηματισμός πρόκειται για μία μεταστροφή σε παγκόσμια κλίμακα, και πρέπει να κοιτάξουμε ερευνητικά αλλά κατά βάθως προφητικά τα νέα σημεία των καιρών μας, και πώς συνδυάζονται  αυτά με το παρελθόν. Στην ομιλία του πρώην Γενικού Γραμματέα του ΠΣΕ, Σαμουέλ Κόβια έλεγε το εξής:
«Καλούμαστε να ξανασκεφτούμε τις θέσεις μας όσον αφορά στη γεωγραφία της ιεραποστολής. Είναι πολύ καλά γνωστό ότι το δημογραφικό κέντρο της Χριστιανοσύνης μετατοπίστηκε σταθερά από τον Βορρά προς τον Νότο. Στα μέσα του πρώτου αιώνα, το κέντρο αυτό ήταν στην Ιερουσαλήμ ή κοντά σ’ αυτήν. Τον δεύτερο αιώνα μετατοπίστηκε στην Ευρώπη, όπου παρέμεινε επί μακρόν. Αλλά τώρα, οι στατιστικολόγοι εντοπίζουν το κέντρο βάρους της Χριστιανοσύνης κοντά στο Timbuktu, στην έρημο της Σαχάρας, και συνεχίζει να μετακινείται προς τα Νότια. Η Αφρική μετατοπίσθηκε από την περιφέρεια στο κέντρο της εκκλησιαστικής συνείδησης. Το όραμά μας πρέπει να υποστεί μια αντίστοιχη μεταστροφή, εάν θέλουμε να παρακολουθήσουμε το σημερινό έργο του Θεού στον κόσμο. Καλούμαστε να αναγνωρίσουμε ότι αυτή η αλλαγή της παγκόσμιας δυναμικής δεν είναι αποκλειστικά και μόνο γεωγραφική, αλλά κουβαλά μαζί της συνέπειες πνευματικές, ηθικές, θεολογικές, ιεραποστολικές».[14]
Απέναντι σε αυτή την πλανητική μετακίνηση στη πορεία του Χριστιανισμού, συνοδευόμενη από παράλληλες και αντικρουόμενες πλανητικές αλλαγές, δεν μπορεί κανείς ενδιαφερόμενος στα θεολογικά και κοινωνικά θέματα να μείνει αδιάφορος. Θεωρούμε ότι, υπό το πρίσμα των σημαντικών μετασχηματισμών που σήμερα επηρεάζουν συθέμελα το σύνολο των κοινωνιών μας και, με αφορμή την μετακίνηση αυτή και τις σχέσεις που διατείνονται με το ολόκληρο θρησκευτικό και πολιτισμικό πανόραμα στην σημερινή παγκόσμιας πραγματικότητα, είναι ανάγκη να διαγραφεί μία γεωγραφία της ιεραποστολής[15] που να λαμβάνει υπόψη της όλες οι προϋποθέσεις και συσσωρευμένες εμπειρίες μίας νέας ιεραποστολικής αφύπνισης που ξεκίνησε τον 20ο αίώνα αλλά και οι πολλαπλές προκλήσεις και δυνατότητες για την ανάπτυξή της στον παρόν αιώνα.
Σήμερα, η ανθρωπότητα σε αυτή την πολυπολική παγκοσμιοποίηση,[16] σε ένα πολιτισμικό περιβάλλον το οποίο χαρακτηρίζεται έντονα από την διασταύρωση πολιτισμών και κοσμοθεωριών, διαισθάνεται όλο και περισσότερο την ανάγκη να συμμεριζόμαστε και να ζούμε σε μια οικουμένη της ειρήνης και της πλήρους αλληλεγγύης, στην οποία τα εκ του Θεού δοσμένα δώρα να γίνουν κοινή κληρονομιά για όλους τους ανθρώπους. Σε αυτό το αίτημα στις τελευταίες δεκαετίες έχει ανταποκριθεί μία πληθώρα από διεκκλησιαστικές πρωτοβουλίες και μία ορολογία που αντλεί πρωτίστως από την Οικουμενική Κίνηση. Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει συμβάλει με την δύναμη της παράδοσης και την θεολογική σκέψη στην  προσπάθεια αυτή. Μία προσπάθεια που δεν έχει προκαλέσει και έντονες συζητήσεις, διαφωνίες και αντιπαραθέσεις μέσα στο ίδιο πλαίσιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Συχνά το κοινό ερώτημα παραμένει στην επιφάνεια, σχηματίζοντας ιδεολογικά στρατόπεδα ακόμα εκεί που δεν βρίσκονται, αντί να εμβαθύνει όλο και περισσότερο στην αλήθεια του οικουμενικού αιτήματος. Και θεωρούμε ότι αυτή η επιπολαιότητα με την οποία πολλές φορές ακόμα και μέσα στους ακαδημαϊκούς κύκλους αντιμετωπίζεται ένα ζήτημα μείζονος σημασίας είναι το βασικό εμπόδιο για να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στη σύγχρονη κατάσταση της Εκκλησίας σε σχέση με τον κόσμο και στην αδιαμφισβήτη οικουμενική της προοπτική.
Ταυτοχρόνως, αναδύονται διασπαστικές, φονταμενταλιστές συγκρούσεις που προσπαθούν να καταστρέψουν ό,τι είναι άφθαρτο στον άνθρωπο: Ο Θεός της αγάπης στην καρδιά του κάθε ανθρώπου. Εντούτοις, οι μεγάλες προκλήσεις της παγκόσμιας εποχής, βρίσκονται στην πολιτισμική αλλά και στη θρησκευτική της διάσταση.
Πώς δηλαδή θα μπορούσε να συνεχίζεται η ανάπτυξη της  ιεραποστολικής πράξης της Ορθοδόξου Εκκλησία σε παγκόσμιο επίπεδο μέσα στις σημερινές συνθήκες, οι οποίες είναι εντελώς διαφορετικές από οποιοδήποτε παρελθόν που έχει βιώσει η Εκκλησία; Η εντατικοποίηση της εκκοσμίκευσης των κοινωνιών σε ένα μεταβατικό ιστορικό πλαίσιο και η ισχύ της εμπορευματικής παγκοσμιοποίησης που σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο καταδεικνύεται με την κατίσχυση των αγορών επί των κρατών- εθνών, την προβληματιζόμενη σύνδεση μεταξύ του τοπικού και του παγκόσμιου, το ζήτημα της πολιτισμικής ετερότητας και της πολυπολιτισμικότητας, τη συνύπαρξη διάφορων θρησκειών σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο σε συνδυασμό με το ζήτημα της θρησκευτικής ελευθερίας, τα πολλαπλά κοινωνικά προβλήματα που υφίστανται στις σύγχρονες κοινωνίες,[17] είναι κάποιες από αυτές τις συνιστώσες πού έχουν σχέση με το πώς εξελίσσεται η ιεραποστολή ως κοινωνικό και εκκλησιαστικό φαινόμενο στη σύγχρονη εποχή από ορθόδοξη πλευρά.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες η Ορθόδοξη Εκκλησία πρέπει να παραμένει σκεφτόμενη, προσεκτικότερη, διαλογική και ζωντανή ως προς την ανάπτυξη της ιεραποστολικής της δράσης με βάση την Ιερά Παράδοση, λαμβάνοντας υπόψη της ολόκληρη την θεολογική αλλά και την «ιστορική και κοινωνική» της παράδοση που την χαρακτηρίζει από τις αρχές της ιδρύσεως της Εκκλησίας, η οποία διαφοροποιείται σε μεγάλο βαθμό από τη δυτική παράδοση, ακόμα και σήμερα. Και αυτό σημαίνει να βρίσκεται πάντοτε πρόθυμη και ευαίσθητη η Εκκλησία (τα μέλη Της) στο άγιο κάλεσμα της Ιεραποστολής, δηλαδή στο πρωταρχικό κάλεσμα του Χριστού και το λόγο Του: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος…»[18]. Σημαίνει να προτρέπει συνεχώς μέσω της ενοριακής διαποίμανσης στους χριστιανούς στο παύλειο λόγο του «ουαί εμοί, εάν μη ευαγγελίζομαι»[19]. Αυτό το κάλεσμα σήμερα, μας «αναγκάζει» να βρούμε τους τρόπους με τους οποίους μπορούμε να αντιμετωπίζουμε τη χριστιανική ζωή μέσα σε έναν πολύπλοκο κόσμο χωρίς να χάσουμε την αφετηριακή και βαθιά οπτική ότι η Εκκλησία είναι ο τόπος και τρόπος αυθεντικής απελευθέρωσης των ανθρώπων, ότι η ιεραποστολή δεν είναι απλό καθήκον για την «άθροιση ατόμων στο ποίμνιο», αλλά προέκταση και εμβάθυνση της πνευματικής ζωής της εκκλησιαστικής κοινωνίας ως «κοινωνίας προσώπων».[20] Με άλλα λόγια, η ιεραποστολική προσπάθεια δεν στοχεύει ή δεν πρέπει να στοχεύσει μόνον στο να «κερδίσει ψυχές για το Χριστό», αλλά να στοχεύει διαρκώς και πραγματικά να μπει και να ζει ο Χριστός στις καρδιές μας, στις καρδιές όλο και περισσότερων ανθρώπων ώστε «ίνα πάντες έν ώσιν».[21]
Σε αυτή την μελέτη ξεκινάμε με μία προϋπόθεση που δηλώνει την πολυπλοκότητα του εν προκειμένω θέματος: Η ιεραποστολή είναι κατ’ εξοχήν ένα ολικής σημασίας εκκλησιαστικό και θεολογικό γεγονός για τη ζωή της Εκκλησίας, αλλά είναι και ένα κοινωνικό και πολιτισμικό φαινόμενο, εξαιρετικής σημασίας, ως προς τα ζητήματα της κατανόησης, οικοδόμησης και ανάπτυξης της ιεραποστολικής πράξεως στην παγκοσμία κοινωνία.
Παραδείγματος χάριν, αν σκεφτεί κανείς τι είδους καταστάσεις πρέπει να αντιμετωπίζει ένας αφοσιωμένος ιεραπόστολος που μόλις στάλθηκε από το Περιβόλι της Παναγίας σε μία μικρή κοινότητα της Νιγηρίας και το τι φανταζόταν οι άνθρωποι της τοπικής κοινότητος για αυτόν, αν διαβάσει κάνεις την κοινωνιολογική σημασία των εκδοθέντων πορισμάτων της σχετικής Επιτροπής του Παγκόσμιου Συμβούλιου των Εκκλησιών κατά τις τελευταίες δεκαετίες, ή τις βιβλιογραφικές αναφορές του ζητήματος της ιεραποστολής στην Βόρεια Αμερική, θα καταλάβει ότι δεν μιλάμε για ένα άσχετο ή απλό φαινόμενο, αλλά για ένα πολύπλευρο γεγονός που δεν επιλύεται εύκολα. Η στάση της ορθόδοξης θεολογίας απέναντι σε αυτό το γεγονός πρέπει οπωσδήποτε να είναι δημιουργική, θεόπνευστη, κριτική, και ποτέ αποθαρρυντική και αντιδραστική. Η ιεραποστολή δεν είναι μία φυσική κατάσταση πραγμάτων και δοσμένων συνηθειών που ξεκινάει από παρορμητικές και ενθουσιαστικές ατομικές/ομαδικές κινήσεις και κάπου σταματάει, δεν είναι μία δεδομένη κατάσταση στην οποία ο χώρος και ο χρόνος που διεξάγεται είναι πλέον προδιαγραμμένο με φυσικούς ή τυπικούς καθορισμούς: Είναι κατεξοχήν ένα ζητούμενο, ενεργοποιούμενο μέσα στην ολική ζωή της Εκκλησίας, όπως ορθά απαιτήθηκε το 1959 από τον πρωτοπρεσβύτερο  και λειτουργολόγο Αλεξάνδερ Σμέμαν, αφορμώμενος την ίδρυση του Διορθόδοξου Ιεραποστολικού Κέντρου «Πορευθέντες»:
«Το να ξαναβρούμε την ιεραποστολική διάσταση της Εκκλησίας είναι η επιτακτική ανάγκη των ημερών μας. Οφείλουμε να ξαναβρούμε μία πολύ βασική αλήθεια: ότι η Εκκλησία είναι ουσιωδώς Ιεραποστολή, ότι καθαυτές τις ρίζες της ζωής της βρίσκονται στην εντολή του Χριστού:   Μία χριστιανική που χάνει τον ιεραποστολικό ζήλο και σκοπό της, μία κοινότητα που γίνεται εγωιστική και εγωκεντρική, που περιορίζεται στο να ικανοποίει τις ανάγκες των μελών της, …οδεύει προς την πνευματική παρακμή και τον θάνατο, διότι η πνευματική ανάγκη ενός χριστιανού είναι ακριβώς το να μοιράζεται τη Ζωή και την Αλήθεια με όσο περισσότερους ανθρώπους είναι δυνατόν και τελικά με ολόκληρο τον κόσμο. Η ιεραποστολή, συνεπώς, είναι η οργανική και χρέος της Εκκλησίας ἐν τῶ κόσμῶ: το πραγματικό νόημα της παρουσίας της Εκκλησίας στην ιστορία ανάμεσα στην πρώτη και την δεύτερη έλευση του Κυρίου.[22]»
Εντούτοις, το ερώτημα είναι το εξής: Τι ρόλος παίζει η θεολογία εδώ και τώρα σε σχέση με τη σημερινή κατάσταση της ιεραποστολής; Πώς πρέπει να ξανακοιτάξει ο θεολόγος σήμερα τα θεωρητικά και πρακτικά αποθέματα του ιεραποστολικού παρελθόντος (στις διαχρονικές διαβαθμίσεις της μεγάλης, μεσαίας και μικρής/πρόσφατης διάρκειας), πώς πρέπει να αντιμετωπίσει η Εκκλησία τις πολλαπλές και τις ποικιλόμορφες καταστάσεις που έχουν σχέση με τις ιεραποστολικές πρακτικές και τα χαρακτηριστικά της,  σε τι βαθμό έχει αναδειχτεί η ίδια εξαιρετικά αντιμέτωπη και συνεπής ή, αντιθέτως, εξαιρετικά παθητική στη σωστή διαχείριση των πολλών ζητημάτων γύρω στην ιεραποστολική δραστηριότητά της και υπό ποιά κριτήρια τα αξιολογεί; Σε ποιά θέματα μείζονος σημασίας για την ιεραποστολική πρακτική έχει αναδειχθεί διστακτική η εντελώς αδιάφορη; Και για ποιά ζητήματα τελικώς θα επρόκειτο να τίθεται επί της ουσίας το ερώτημα για την ιεραποστολή.




[1] Θανάση Παπαθανασίου, Η Εκκλησία ως αποστολή. Ένα κριτικό ξανακοίταγμα στην λειτουργική θεολογία του π. Αλεξάνδερ Σμέμαν, Π. Θεολογία  1, 2009, σσ. 68-69.
[2] Ηλίας Βουλγαράκης, Σύντομος ιστορία της Επιστήμης της Ιεραποστολής, Περιοδικό Θεολογία, Τόμος Μ’/ Τεύχος Α’-Δ’, Αθήνα, 1969, σελ 326.
[3] David Bosch, Transforming mission. Paradigm Shifts in Theology of Mission. Orbis Books, Maryknoll, New York , 1991, σελ 31-80. Για το ζήτημα των ιεραποστολικών παραδειγμάτων που πραγματεύεται στο ίδιο βιβλίο: σσ.227-239
[4] Γεώργιος Πατρώνος, Θεολογία και κοινωνία, Εκδόσεις Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα, 2007, σελ. 380.
[5] Εύης Βουλγαράκης-Πισίνα. Ακολουθώντας τον Ιησού. Η κατανόηση της Ορθόδοξης Ιεραποστολής σήμερα στη θεωρία και στην πράξη. Εκκλησιαστικός Φάρος Τόμος Πγ’ – Πδ’, Αλεξάνδρεια, 2013, σελ 203.
[6] Αλέξανδρος Σμέμαν, Η αποστολή της Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο, Εκδόσεις Ακρίτας, Αθήνα, 1983,  σελ 233-234.
[7] Στην ανάπτυξη της εργασίας η επεξήγηση για μία θεολογία της ιεραποστολής στους «κόλπους» της Ορθόδοξης θεολογίας θα είναι όλο και περισσότερο επιτακτική, ειδικά στο δεύτερο κεφάλαιο. Προς το παρόν προτάσσεται ότι μία θεολογία της ιεραποστολής στην ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι παρά μόνο την θεωρητική δημιουργική παρακαταθήκη της πλούσιας και αδιάκοπης ιεραποστολικής πράξης πλήρους ενσωματωμένης στην παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
[8] Η λέξη πράξη είναι εδώ νοούμενη στην πρωταρχική σημασία, κατά την οποία δεν υφίσταται καθεαυτή πέραν της θεωρίας. Ο Χανς Γ. Γκάδαμερ τονίζει: «Το εννοιολογικό πεδίο, στο οποίο η λέξη και η έννοια «πράξη» έχουν την πραγματική τους θέση, δεν ορίζεται πρωταρχικά από την αντίθεση προς τη «θεωρία» και ως μια εφαρμογή της θεωρίας. (…) Επειδή η «πράξη» περικλείει ένα ευρύ φάσμα σημασιών, το σημαντικότερο όριο που θέτει ο Αριστοτέλης σε αυτή την έννοια δεν διαχωρίζει την πράξη από τη θεωρητική επιστήμη, η οποία, ως ένα είδος ανώτατης πράξης, ξεχωρίζει μέσα στο ευρύ πεδίο δυνατοτήτων της ανθρώπινης ζωής, αλλά από την κατασκευή-παραγωγή που στηρίζεται στη γνώση, από την ποίησιv, η οποία αποτελεί την οικονομική βάση της ζωής στην ελληνική πόλη.» Βλ, Hans - Georg Gadamer, Ο λόγος στην εποχή της επιστήμης, (Μετάφραση: Λευτέρης Αναγνώστου), Νήσος, 1997, σσ. 95-96.
[9] Βλ, Πέτρος Βασιλειάδης, Ενότητα και Μαρτυρία. Ορθόδοξη Μαρτυρία και Διαθρησκειακός Διάλογος. Εγχειρίδιο Ιεραποστολής. Εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2007, σσ., 32 «Η χριστιανική κατανόηση της ιεραποστολής αναμφίβολα προσδιορίζεται από τη διδασκαλία, τη ζωή και το έργο του Χριστού.»
[10] Ηλίας Βουλγαράκης, Ιεραποστολή, Δρόμοι και Δομές, Εκδόσεις Αρμός, Αθήνα, 1989, σελ. 58.
[11] Βλ. Μαρία Δ. Γεωργούλα, Έλληνες Ορθόδοξοι Ιεραπόστολοι Σήμερα, στο ιστολόγιο του Πανελλήνιου Χριστιανικού Ομίλου Εξωτερικής Ιεραποστολής (Π.Χ.Ο.Ε.Ι):  (Προσπέλαση 12/12/2013)
[12] Θανάση Παπαθανασίου, Η χριστιανική μαρτυρία και η σπουδή της παγκοσμίως στον περίεργο 21ο αιώνα. Μια χαρτογράφηση. Περιοδικό Σύναξη 126 , 2013, σ. 81.
[13] Εδώ προφανώς, αναφέρομαι στις αποδημητικές θεωρίες που απονομιμοποιούν κάθε λόγο για ελπίδα, αναζήτηση νοηματοδότηση της ζωής, δυνατότητες ανθρώπινης απελευθέρωσης κοκ., και ειδικά εκείνες που ακυρώνουν ντε φακτο διά επεξεργασμένων η μη θεωρητικών διαδικασιών την χριστιανική παράδοση.
[14] Σαμουέλ Κόβια, Ο Χριστός μας καλεί να γίνουμε κοινότητες συμφιλίωσης και θεραπείας, Συνέδριο του ΠΣΕ για την Ιεραποστολή και τον Ευαγγελισμό, Εναρκτήρια Σχόλια, Αθήνα, Ελλάδα, 9-16 Μαΐου 2005, Έγγραφο Αρ. 2.
[15] Στο πρώτο κεφάλαιο θα μιλήσουμε αναλυτικότερα για το ζήτημα μίας «γεωγραφία της ιεραποστολής». Βλ. Alan Richard Tippet, Introduction to Missiology, Willian Carey Library, 1987, σσ. 244- 251
[16] Αυτός ο όρος είναι καρπός της ευέλικτης έννοιας της παγκοσμιοποίησης, ως εκείνη που τείνει να καθορίζει τη σημερινή πλανητική κατάσταση. Υποδεικνύει πως σήμερα, και ειδικά από τη Μεγάλη Χρηματοπιστωτική Κρίση του 2008, βρισκόμαστε σε κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό και γεω-στρατηγικό επίπεδο σε μία μεταβατική περίοδο της ίδιας της παγκοσμιοποίησης, που σηματοδοτείται από την μονοπολική του ισχύ στα χέρια των Η.Π.Α σε έναν πολυπολικό κόσμο στον οποίο δεν υφίσταται μία μοναδική οργανώτρια υπερδύναμη. Φυσικά αυτό το πλανητικό και γεωπολιτικό σενάριο θα έχει πολλές και πολύπλευρες συνέπειες στο προσεχές μέλλον. Βλ. Παναγιώτης Κονδύλης. Πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο, Θεμέλιο, 1992.
[17] Βλ. Χρίστος Τσιρώνης, Παγκοσμιοποίηση: Εννοιολογική σημασία και κοινωνική αμφιταλάντευση. Οι κοινωνικές προκλήσεις για τις ευρωπαϊκές εκκλησίες, στη Βιβλική Θεολογία της Απελευθέρωσης, Πατερική Θεολογία και Αμφισημίες της Νεωτερικότητας σε Ορθόδοξη Οικουμενική Προοπτική, (Εποπτεία ύλης-συντονισμός Π. Καλαϊτζίδης), Εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2012, σσ, 169-170. 
[18] Ματθ, 28, 19
[19] Α’ Κορ. 9, 16
[20].Ανέστης Κεσελόπουλος, Βλ. «Θεολογία του προσώπου και προσωποκεντρική ποιμαντική», στο Προτάσεις Ποιμαντικής Θεολογίας. Εκδόσεις Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη, 2003, σσ. 189-214.
[21] Ιω 17,21.
[22] Θανάση Π. Παπαθανασίου. Η Εκκλησία στον κόσμο, ο. π., σσ.72-73.
Η ΕΝΟΤΗΤΑ, Η ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ, Η ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Η ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
{5 σημειώσεις}

Τούτο το ζήτημα  όμως πρέπει να ιδωθεί υπό το φως της Ιεράς Παράδοσης και, ειδικότερα, της παρακαταθήκης της πατερικής θεολογίας. 
Το βαθύς λάθος, κατά την ταπεινή μου γνώμη ως Ορθόδοξος Χριστιανός, των εκάστοτε Πατριαρχών και Ιεραρχών εν γένει που σήμερα δρα "οικουμενικά" είναι το εξής: «πιστεύουν» βαθιά ότι η ενότητα, η οικουμενικότητα, η καθολικότητα και η αποστολικότητα της Εκκλησίας είναι ζητήματα που μπορούν να διαπραγματευθούν και να διαχειριστούν ως ιστορικο-πολιτικά ζητήματα/υποθέσεις της εκάστης προσωρινής ιεραρχίας. Και τονίζω το ότι έχουν πέσει στην παγίδα να πιστεύουν ότι μπορούν να διαχειριστούν «τα μυστήρια» ως υποθέσεις της ιεραρχίας
Έχουν εκ των προτέρων υποκύψει στις αιρέσεις της ίδιας Δυτικής Εκκλησίας, και τρόπον τινά στην μεγάλη παπική αίρεση του αλάθητου. Και το πρόβλημα εδώ τίθεται θεολογικά και με απλό τρόπο: Δεν πρόκειται κατ’ αρχάς και κατ’ ουσίαν η ενότητα, η οικουμενικότητα, η καθολικότητα και η αποστολικότητα για τίποτα άλλο παρά μόνον για μυστήρια και δόγματα της Εκκλησίας, τα οποία βιώνονται από την Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία ως Σώμα Χριστού και όχι ως μία σωματειακή κυβέρνηση των Ιεραρχών επί του λαού του Θεού. Και τα δόγματα βιώνονται μονάχα μυστικά και εσχατολογικά, ακούγοντας στη ζωή μας τους παλμούς του Χριστού της καρδιάς και όχι με τους θορυβώδεις ρυθμούς των κοσμικών αιτημάτων. 
Τα δόγματα της Εκκλησίας δεν μπορούν, όσο καλοπροαίρετα και αν θελήσει ο άνθρωπος να τα πραγματευθεί εξωτερικά, και να πει συγχρόνως ότι με αυτό τον τρόπο οι Χριστιανοί θα ενωθούν, επειδή ένα τερατογραφειογρατικό συμβούλιο, μία ομάδα Ιεραρχών και μία ακαδημαϊκή συντροφιά απαιτούν την ένωση της χριστιανοσύνης. 
Καμία διπλωματική επιχείρηση, καμία διομολογιακή συνεργασία μεταξύ Προκαθημένων που δεν προκύπτουν από τα σπλάχνα του θρησκευόμενου και πιστού και μετανοούντος λαού, όχι ως απλό αίτημα, αλλά ως δοξολογική προσφορά του ίδιου του λαού του Θεού προς τον Τριαδικό Θεό, μπορεί να θεραπεύει τις πολλαπλές πληγές που έχουν υποφέρει τους Χριστιανούς επί αιώνες. 

Havana’s Libertarian Spring

May 4, 2014. From Havana Times http://www.havanatimes.org/?p=103435
Isbel Diaz Torres
HAVANA TIMES – The Alfredo Lopez Libertarian Workshop, one of the autonomous collectives that make up the Observatorio Critico network in Cuba, along with the Cristo Salvador Gallery, has just announced that the first Primavera Libertaria (“Libertarian Spring”) will be held in Havana from May 11 to June 7 this year.

The program of activities prepared by the young members of the workshop is headed with a quote from Chile’s Salud Antiautoritaria (“Anti-Authoritarian Health”) collective, which defines anarchism as “a conception of life in which individuals realize themselves on the basis of freedom, attained through awareness, education, reflection and collective learning.”
CDR-Nº1
Anarchist organizations have suffered bad press in the official media of both left-wing and right-wing governments. A dictionary of philosophical terms published in Cuba defines anarchism as a “petite-bourgeois” current.
Conversing with an Anarchist
Historian and anarchist activist Mario Castillo, one of the promoters of this initiative, spoke of some of the ideas and aims that have impelled this group of Cubans to promote the event.
“We want to recover a view of life which has been lost in Cuba, a way of relating to others, of organizing ourselves, which had a fair degree ofsignificance in the first decades of the 20th century, within the workers’ movement and in other social sectors.”
“In addition, and this may be the most important thing, we are trying to offer a practical existential alternative to the cultural desert we are faced with today, and in response to the State’s constant process of expansion within the sphere of culture and human relations.”
With a member of Spain’s 15 M movement.
“I believe it is a proposed alternative for socio-cultural practices which operates outside of the official, institutional networks which have taken root in the country, and whose nefarious consequences we are seeing today.”
“Lastly, we want to acknowledge the existence of individuals who share these libertarian notions in today’s Cuba, give new impetus to the work we do in the workshop and materialize our way of organizing social and cultural life.”
When asked about the last known date in which individuals or actions moved by these ideas were seen on the island, before the Workshop came into existence, Castillo, also an anthropologist, mentioned only two dates, both over fifty years ago.

“In 1960, the Trade Union Federation of Cuba published its last declaration, a text that, in my view, made a clarion call about the direction the revolution was heading in. In January of the following year, the last major libertarian lunch organized by the Food Industry Union was held in the venue of this organization. A month later, it was shut down.”
Libertarian Spring Activities
TLAL-Chile
Under the slogan “My Anarchism and My Friends’ Anarchism,” libertarian activists hope to hold an exchange that will explain why they have chosen to study and adopt anarchist practices.
A compilation of digital texts entitled “Anarchism in Cuba: Traces and Recovery” will be launched at this gathering.
On Sunday, May 18, participants will gather to share ideas on the issue of “nutrition and responsibility” and to encourage others to consider alternative viewpoints on Cuba’s prevailing culinary traditions.

Myriam Cabrera will be a guest of honor and present her book “Permacultural Food,” published by the Libertarian Workshop. Cabrera has been an active promoter of alternative culinary practices, sustainable agriculture and permaculture in the community.
A session in which participants will prepare and taste some permacultural dishes proposed by Cabrera will be one of the highlights of the workshop.
The third activity, to be held on May 23, is the art-related debate titled “What Has Anarchy Done for Art and What Has Art Done for Anarchy?” Libertarian participants will ask this and other questions and present a compilation of digital texts titled “Poetic Terrorism and Other Sublime Arts.”
The filming of what workshop members have call “an exquisite video-corpse” will have the phrase “I am also an oppressor” as its leitmotif and will conclude with an entertaining session in which participants will improvise music using instruments and other objects and question artistic cannons by giving everyone the possibility of being creators.
A Tribute to Alfredo Lopes in Havana in 2013.
On May 31, debates will focus on the issue of anarcho-syndicalism. During the debate, the documentary “Another Cuban Trade Union Memory” will be screened and the historic anarchist newspaper Tierra (“Land”), as well as its successor, Tierra Nueva (“New Land”), published by the organizers, will be presented to participants.
The day will close with a fair in which music, books, clothing and other objects will be traded among participants.
The Spring activities will close on June 7 with a tour titled “Down the Anarchist Route in Havana.” The tour will take participants to historical sites, many of which have suffered government neglect, which mark important episodes of Cuban workers’ and popular struggles.

Resurgence in Cuba
Many active Cuban anarchists were imprisoned and some even executed following the triumph of the revolution in 1959. After many were forcefully driven to exile, the anarchist movement did not recover its strength until recently.
Mario Castillo
Since its creation five years ago, the Alfredo Lopez Libertarian Workshop has organized a series of community initiatives in Havana, most of which have been aimed at rescuing local historical memory.
Debates on diverse issues have also been organized by the organization. These have included the student movement in Chile and 15-M in Spain, unemployment in Cuba, the Tiananmen Square massacre in China, the pathologization of labor at health institutions, the life and work of anarchist Frank Fernandez, the Spanish Civil War, the situation in Greece and Venezuela and others.
Worker, libertarian, trade union, socialist and different social movements currently maintain fraternal links with this incipient movement on the island, particularly from countries such as Spain, Venezuela, France, Germany, Colombia, the United States, the Dominican Republic, Italy and Brazil.

5/10/2014

“Men Have Forgotten God” 

Aleksander Solzhenitsyn


     More than half a century ago, while I was still a child, I recall hearing a number of older people offer the following explanation for the great disasters that had befallen Russia: Men have forgotten God; that's why all this has happened.
Since then I have spent well-nigh fifty years working on the history of our Revolution; in the process I have read hundreds of books, collected hundreds of personal testimonies, and have already contributed eight volumes of my own toward the effort of clearing away the rubble left by that upheaval. But if I were asked today to formulate as concisely as possible the main cause of the ruinous Revolution that swallowed up some sixty million of our people, I could not put it more accurately than to repeat: Men have forgotten God; that's why all this has happened.
What is more, the events of the Russian Revolution can only be understood now, at the end of the century, against the background of what has since occurred in the rest of the world. What emerges here is a process of universal significance. And if I were called upon to identify briefly the principal trait of the entire twentieth century, here too, I would be unable to find anything more precise and pithy than to repeat once again: Men have forgotten God.
    The failings of human consciousness, deprived of its divine dimension, have been a determining factor in all the major crimes of this century. The first of these was World War I, and much of our present predicament can be traced back to it. It was a war (the memory of which seems to be fading) when Europe, bursting with health and abundance, fell into a rage of self-mutilation which could not but sap its strength for a century or more, and perhaps forever. The only possible explanation for this war is a mental eclipse among the leaders of Europe due to their lost awareness of a Supreme Power above them. Only a godless embitterment could have moved ostensibly Christian states to employ poison gas, a weapon so obviously beyond the limits of humanity.
     The same kind of defect, the flaw of a consciousness lacking all divine dimension, was manifested after World War II when the West yielded to the satanic temptation of the "nuclear umbrella." It was equivalent to saying: Let's cast off worries, let's free the younger generation from their duties and obligations, let's make no effort to defend ourselves, to say nothing of defending others-let's stop our ears to the groans emanating from the East, and let us live instead in the pursuit of happiness. If danger should threaten us, we shall be protected by the nuclear bomb; if not, then let the world burn in Hell for all we care. The pitifully helpless state to which the contemporary West has sunk is in large measure due to this fatal error: the belief that the defense of peace depends not on stout hearts and steadfast men, but solely on the nuclear bomb...
    Today' s world has reached a stage which, if it had been described to preceding centuries, would have called forth the cry: "This is the Apocalypse!"
    Yet we have grown used to this kind of world; we even feel at home in it.
     Dostoevsky warned that "great events could come upon us and catch us intellectually unprepared." This is precisely what has happened. And he predicted that "the world will be saved only after it has been possessed by the demon of evil." Whether it really will be saved we shall have to wait and see: this will depend on our conscience, on our spiritual lucidity, on our individual and combined efforts in the face of catastrophic circumstances. But it has already come to pass that the demon of evil, like a whirlwind, triumphantly circles all five continents of the earth...
In its past, Russia did know a time when the social ideal was not fame, or riches, or material success, but a pious way of life. Russia was then steeped in an Orthodox Christianity which remained true to the Church of the first centuries. The Orthodoxy of that time knew how tosafeguard its people under the yoke of a foreign occupation that lasted more than two centuries, while at the same time fending off iniquitous blows from the swords of Western crusaders. During those centuries the Orthodox faith in our country became part of the very pattern of thought and the personality of our people, the forms of daily life, the work calendar, the priorities in every undertaking, the organization of the week and of the year. Faith was the shaping and unifying force of the nation.
     But in the 17th century Russian Orthodoxy was gravely weakened by an internal schism. In the 18th, the country was shaken by Peter's forcibly imposed transformations, which favored the economy, the state, and the military at the expense of the religious spirit and national life. And along with this lopsided Petrine enlightenment, Russia felt the first whiff of secularism; its subtle poisons permeated the educated classes in the course of the 19th century and opened the path to Marxism. By the time of the Revolution, faith had virtually disappeared in Russian educated circles; and amongst the uneducated, its health was threatened.
     It was Dostoevsky, once again, who drew from the French Revolution and its seeming hatred of the Church the lesson that "revolution must necessarily begin with atheism." That is absolutely true. But the world had never before known a godlessness as organized, militarized, and tenaciously malevolent as that practiced by Marxism. Within the philosophical system of Marx and Lenin, and at the heart of their psychology, hatred of God is the principal driving force, more fundamental than all their political and economic pretensions. Militant atheism is not merely incidental or marginal to Communist policy; it is not a side effect, but the central pivot.
The 1920’s in the USSR witnessed an uninterrupted procession of victims and martyrs amongst the Orthodox clergy. Two metropolitans were shot, one of whom, Veniamin of Petrograd, had been elected by the popular vote of his diocese. Patriarch Tikhon himself passed through the hands of the Cheka-GPU and then died under suspicious circumstances. Scores of archbishops and bishops perished. Tens of thousands of priests, monks, and nuns, pressured by the Chekists to renounce the Word of God, were tortured, shot in cellars, sent to camps, exiled to the desolate tundra of the far North, or turned out into the streets in their old age without food or shelter. All these Christian martyrs went unswervingly to their deaths for the faith; instances of apostasy were few and far between. For tens of millions of laymen access to the Church was blocked, and they were forbidden to bring up their children in the Faith: religious parents were wrenched from their children and thrown into prison, while the children were turned from the faith by threats and lies...
     For a short period of time, when he needed to gather strength for the struggle against Hitler, Stalin cynically adopted a friendly posture toward the Church. This deceptive game, continued in later years by Brezhnev with the help of showcase publications and other window dressing, has unfortunately tended to be taken at its face value in the West. Yet the tenacity with which hatred of religion is rooted in Communism may be judged by the example of their most liberal leader, Krushchev: for though he undertook a number of significant steps to extend freedom, Krushchev simultaneously rekindled the frenzied Leninist obsession with destroying religion.
     But there is something they did not expect: that in a land where churches have been leveled, where a triumphant atheism has rampaged uncontrolled for two-thirds of a century, where the clergy is utterly humiliated and deprived of all independence, where what remains of the Church as an institution is tolerated only for the sake of propaganda directed at the West, where even today people are sent to the labor camps for their faith, and where, within the camps themselves, those who gather to pray at Easter are clapped in punishment cells--they could not suppose that beneath this Communist steamroller the Christian tradition would survive in Russia. It is true that millions of our countrymen have been corrupted and spiritually devastated by an officially imposed atheism, yet there remain many millions of believers: it is only external pressures that keep them from speaking out, but, as is always the ca se in times of persecution and suffering, the awareness of God in my country has attained great acuteness and profundity.
      It is here that we see the dawn of hope: for no matter how formidably Communism bristles with tanks and rockets, no matter what successes it attains in seizing the planet, it is doomed never to vanquish Christianity.
     The West has yet to experience a Communist invasion; religion here remains free. But the West's own historical evolution has been such that today it too is experiencing a drying up of religious consciousness. It too has witnessed racking schisms, bloody religious wars, and rancor, to say nothing of the tide of secularism that, from the late Middle Ages onward, has progressively inundated the West. This gradual sapping of strength from within is a threat to faith that is perhaps even more dangerous than any attempt to assault religion violently from without.
     Imperceptibly, through decades of gradual erosion, the meaning of life in the West has ceased to be seen as anything more lofty than the "pursuit of happiness, "a goal that has even been solemnly guaranteed by constitutions. The concepts of good and evil have been ridiculed for several centuries; banished from common use, they have been replaced by political or class considerations of short lived value. It has become embarrassing to state that evil makes its home in the individual human heart before it enters a political system. Yet it is not considered shameful to make dally concessions to an integral evil. Judging by the continuing landslide of concessions made before the eyes of our very own generation, the West is ineluctably slipping toward the abyss. Western societies are losing more and more of their religious essence as they thoughtlessly yield up their younger generation to atheism. If a blasphemous film about Jesus is shown throughout the United States, reputedly one of the most religious countries in the world, or a major newspaper publishes a shameless caricature of the Virgin Mary, what further evidence of godlessness does one need? When external rights are completely unrestricted, why should one make an inner effort to restrain oneself from ignoble acts?
     Or why should one refrain from burning hatred, whatever its basis--race, class, or ideology? Such hatred is in fact corroding many hearts today. Atheist teachers in the West are bringing up a younger generation in a spirit of hatred of their own society. Amid all the vituperation we forget that the defects of capitalism represent the basic flaws of human nature, allowed unlimited freedom together with the various human rights; we forget that under Communism (and Communism is breathing down the neck of all moderate forms of socialism, which are unstable) the identical flaws run riot in any person with the least degree of authority; while everyone else under that system does indeed attain "equality"--the equality of destitute slaves. This eager fanning of the flames of hatred is becoming the mark of today's free world. Indeed, the broader the personal freedoms are, the higher the level of prosperity or even of abundance--the more vehement, paradoxically, does this blind hatred become. The contemporary developed West thus demonstrates by its own example that human salvation can be found neither in the profusion of material goods nor in merely making money.
     This deliberately nurtured hatred then spreads to all that is alive, to life itself, to the world with its colors, sounds, and shapes, to the human body. The embittered art of the twentieth century is perishing as a result of this ugly hate, for art is fruitless without love. In the East art has collapsed because it has been knocked down and trampled upon, but in the West the fall has been voluntary, a decline into a contrived and pretentious quest where the artist, instead of attempting to reveal the divine plan, tries to put himsef in the place of God.
     Here again we witness the single outcome of a worldwide process, with East and West yielding the same results, and once again for the same reason: Men have forgotten God.
      With such global events looming over us like mountains, nay, like entire mountain ranges, it may seem incongruous and inappropriate to recall that the primary key to our being or non-being resides in each individual human heart, in the heart’s preference for specific good or evil. Yet this remains true even today, and it is, in fact, the most reliable key we have. The social theories that promised so much have demonstrated their bankruptcy, leaving us at a dead end. The free people of the West could reasonably have been expected to realize that they are beset · by numerous freely nurtured falsehoods, and not to allow lies to be foisted upon them so easily. All attempts to find a way out of the plight of today's world are fruitless unless we redirect our consciousness, in repentance, to the Creator of all: without this, no exit will be illumined, and we shall seek it in vain. The resources we have set aside for ourselves are too impoverished for the task. We must first recognize the horror perpetrated not by some outside force, not by class or national enemies, but within each of us individually, and within every society. This is especially true of a free and highly developed society, for here in particular we have surely brought everything upon ourselves, of our own free will. We ourselves, in our daily unthinking selfishness, are pulling tight that noose...
     Our life consists not in the pursuit of material success but in the quest for worthy spiritual growth. Our entire earthly existence is but a transitional stage in the movement toward something higher, and we must not stumble and fall, nor must we linger fruitlessly on one rung of the ladder. Material laws alone do not explain our life or give it direction. The laws of physics and physiology will never reveal the indisputable manner in which the Creator constantly, day in and day out, participates in the life of each of us, unfailingly granting us the energy of existence; when this assistance leaves us, we die. And in the life of our entire planet, the Divine Spirit surely moves with no less force: this we must grasp in our dark and terrible hour.
    To the ill-considered hopes of the last two centuries, which have reduced us to insignificance and brought us to the brink of nuclear and non-nuclear death, we can propose only a determined quest for the warm hand of God, which we have so rashly and self-confidently spurned. Only in this way can our eyes be opened to the errors of this unfortunate twentieth century and our bands be directed to setting them right. There is nothing else to cling to in the landslide: the combined vision of all the thinkers of the Enlightenment amounts to nothing.

    Our five continents are caught in a whirlwind. But it is during trials such as these that the highest gifts of the human spirit are manifested. If we perish and lose this world, the fault will be ours alone. 

  ΓΛΩΣΣΑ, ΠΑΙΔΕΙΑ, ΑΝΘΡΩΠΟΣ, ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΝΟΗΜΑ ΖΩΗΣ CARLOS SIMON FORCADE   ΠΡΩΛΟΓΟΣ: Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ – ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ ...